Εξομολογησεις

Ολο και πιο συχνά βρίσκομαι πια στην Πιλαλίστρα, εκεί όπου ο παππούς Χατζαρούλας έβγαζε το κόκκινο σαν το αίμα χώμα για να φτιάξει τα κεραμίδια. Περνώντας τον ορίζοντα των Μαγουλιάνων, όπως ξεχωρίζουν λαμπερά τα βράδια της Παρασκευής στα αριστερά μας ανηφορίζοντας για τον Πάνα, αρχίζει η μαγική διαδικασία. Είμαι πολύ τυχερή για την αρκαδική σφραγίδα στο γενετικό μου κώδικα λέω κάθε φορά μισοαστεία – μισοσοβαρά. Οπως τυχερός ήταν ο Χατζαρούλας και όλοι οι επίγονοί του.
Η Αθήνα μετατρέπεται σε θολή ανάμνηση όταν περνάμε τη Νεστάνη, ανηφορίζοντας στο Αρτεμίσιο. Εχουμε ήδη εγκαταλείψει τα σχέδια για μία πολύ πρωινή επίσκεψη στο χιονοδρομικό των Καλαβρύτων και παίρνουμε όρκο ότι πρωί θα κάνουμε τουλάχιστον τζόγκινγκ από το σπίτι μέχρι το Σανατόριο της Μάνας. θα πιλαλήσουμε, όπως θα έλεγε και ο παππούς.
Στο πορτμπαγκάζ αναπνέουν σφιχτοδεμένα δυο ελατάκια πάνω από ενάμιση μέτρο ύψος και τρία κυπαρίσσια. Οι καινούργιες ιτιές και οι δύο μικροί πουρνοί που θα βρουν τη θέση τους μέσα στις καρυδιές, τις καστανιές θα έρθουν την επόμενη εβδομάδα.
Πρέπει μέχρι τα τέλη Δεκέμβρη τα δέντρα να φυτεύονται, λέει ο πατέρας μου και πάντα γκρινιάζει γιατί ανατρέπω τις σειρές των καρποφόρων με ελατοειδή. Στο δεντρόκηπο, λέει, δεν χρειάζονται αειθαλή, οι καρποί είναι αυτοί που φέρνουν την ευτυχία και άλλωστε, προσθέτει για ακόμη μία φορά… ο τόπος είναι γεμάτος έλατα.
Η νυχτερινή ομίχλη αυξάνει την αδρεναλίνη. Ξυπνάμε αλλά το γλυκό λήθαργο που προκαλεί η γρήγορη μετάβαση από τις συνθήκες της αστικής νεύρωσης στο καταλάγιασμα της ψυχής δεν μας αφήνει να αντιληφθούμε αμέσως την αλλαγή που συντελείται. Καθώς οι μεγάλοι προβολείς σκίζουν το πυκνό μαύρο φόντο των πρώτων ελατόδασων του Μαινάλου δεν χάνω την ευκαιρία να εξηγήσω τις επαναστατικές προοπτικές αυτού του Σαββατοκύριακου.
Αυτή τη φορά δεν θα μιλήσω στους φιλοξενούμενους για τον γερμανικό νεορομαντισμό, το Γκαίτε και τον Σίλερ, τις ωδές για την Αρκαδική Γη. Ούτε καν στην κινέζα συμφοιτήτρια από το Παρίσι, που ταξίδευε με ποδήλατο από τη Ρώμη στην Αρκαδία ακολουθώντας τα αχνάρια του Παυσανία. Οταν τις χάρισα το 8ο βιβλίο του, τα Αρκαδικά, στην αρχαία ελληνική, πρώτη φορά την είδα τόσο συγκινημένη.
Αυτή τη φορά η εξομολόγηση θα είναι προσωπική. Σε λίγες ημέρες γιορτάζουμε τα γενέθλια του πατέρα μου. Γεννήθηκε στη σάλα του πατρικού σπιτιού στα Μαγούλιανα στο τέλος του σωτήριου έτους 1924. Ενδεκα μήνες πριν ο στρατηγός Πλαστήρας παρέδιδε την εξουσία στους πολιτικούς αφού κατέστειλε το φιλομοναρχικό πραξικόπημα στη Πελοπόννησο και σε μονάδες της Θράκης και ο Βενιζέλους επέστρεφε στην Ελλάδα για να σχηματίσει κυβέρνηση.
Πολλές φορές πειράζοντάς τον, του λέω, ότι ήλθε στον κόσμο στο τέλος μιας χρονιάς που άλλαξε την πορεία της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Η “σύλληψή” του σημειώθηκε τις ημέρες συγκρότησης της κυβέρνησης του Αρκάδα Παπαναστασίου στις 12 Μαρτίου και η Χατζαρούλενα ήταν μόλις ενός μηνός έγκυος όταν στο Πολιτειακό Δημοψήφισμα της 13ης Απριλίου ο λαός αποφαίνεται υπέρ της Αβασίλετης Δημοκρατίας με ποσοστό 69,95%.
Ως τέκνο της νεαράς Δημοκρατίας, αλλά και των αντιφάσεων της γεννήθηκε την ημέρας ολοκλήρωσης του πρώτου ελληνικού αστικού μετασχηματισμού, όταν το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος μετονομαζόταν σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος.
Το όνομα του Αλέξανδρου Παπαναστασίου το άκουσα πρώτη φορά σε ηλικία 7 ετών, όταν τον Αύγουστο έφτασα στα Μαγούλιανα για δυο εβδομάδες διακοπών στο πατρικό σπίτι. Η στρατιωτική δικτατορία βρισκόταν στο τέλος της και οι πολιτικές συζητήσεις κάτω από τον πλάτανο στην κεντρική πλατεία είχαν ανάψει. Το ίδιο βράδυ από το δωματιό μου, στο πρώτο όροφο του γορτυνιακού σπιτιού, στο “χειμωνιάτικο”, όπως το έλεγε η Χαζαρούλενα, γιατί εκεί είχαν το μεγάλο τζάκι, κοίταζα το σκοτάδι της νύχτας και ακούγοντας τον Γκιώνη νόμιζα ότι έβλεπα τον μεσήλικο άνδρα με το κομψό μουστάκι, που είχαν ονομάσει “Πατέρα της Δημοκρατίας”.
Από τότε κάθε καλοκαιρινή μου επιστροφή στα Μαγούλιανα συνδυαζόταν με την ανάγνωση της ιστορίας. Μετά από τις ατελείωτες βόλτες και αναρριχήσεις στον Αη Δημήτρη, στην Ελισκα, στην Κορφοξυλιά και το Σανατόριο της Μάνας, άρχισε η εξιστόρηση. Από το μύθο του Πάνα, την σφαγή των επιφανών Αρκάδων από τους Ρωμαίους στην Ελάτεια, μέχρι τις στρατηγικές του Κολοκοτρώνη στις μάχες κατά της τουρκοκρατίας, τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν, την πρώιμη Δημοκρατία την γερμανική κατοχή, τη μάχη του ΕΛΑΣ στη Γλόγοβα, τον εμφύλιο.
Σαν και τώρα θυμάμαι την υποσημείωση στην εγκυκλοπαίδεια Μπριτάννικα “Η έλλειψη πηγών σε συνάρτηση με τα πενιχρά ανασκαφικά δεδομένα δεν μας επιτρέπουν να παρακολουθήσουμε την πρωτοιστορία και προιστορία της Αρκαδίας.
Ετσι καταλήγουμε ότι το μεγάλο έθνος-φύλο των Αρκάδων πρέπει να κατέβηκε από τα βόρεια και να εγκαταστάθηκε στο χώρο της κεντρικής Πελοποννήσου στις αρχές της δεύτερης π.Χ. χιλιετίας”.
Αργότερα, έμαθα ότι οι Αρκάδες ανακάλυψαν και αφομοίωσαν προγενέστερα ινδοευρωπαϊκά φύλα όπως τους Πελασγούς και ανέπτυξαν την αρκαδική διάλεκτο η οποία μιλιόταν σε ευρύτερους πληθυσμούς έως και στην Κύπρο.
Εκείνη την εποχή οι συσσώρευση στοιχείων για την πατρίδα μου δεν είχε το μυστηριακό βάρος που έχει σήμερα. Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια, να ταξιδέψω πολύ, να μελετήσω ακόμη περισσότερο για να κατανοήσω τον ιστορικό δεσμό που με συνδέει με τα Μαγούλιανα. Είναι η αναζήτηση της συλλογικής και ατομικής ταυτότητας μας σε ένα κόσμο που ολοένα και περισσότερο δοκιμάζεται από τη σύγκρουση των υπερεθνικών μορφών οργάνωσης και την ανάγκη να ελέγξουμε τους υλικούς και πολιτισμικούς όρους της ζωής μας.
Εκείνη την εποχή των πρώτων προσλήψεων με ακινητοποιούσε η γοητεία των ιστοριών της γιαγιάς Χατζαρούλενας για τους Βολαρδουίνους τους ηγεμόνες της Ακοβας που παραθέριζαν τα καλοκαίρια στα Μαγούλιανα και τα ανδραγαθήματα του Φώτη Χρυσανθακόπουλου, του υπασπιστή του Κολοκοτρώνη.
Σήμερα με αφορούν η δημιουργική ανάμνησης, η συνεργασία, το νερό που λιγοστεύει, τα έργα υποστήριξης της ζωής στο χωριό που καθυστερούν, η άγνοια, η αποξένωση και η επιφυλακτικότητα.
Τώρα η γιαγιά και ο παππούς βρίσκονται στο κάδρο, πάνω από τη θέση στο τζακιού στο νεόκτιστο σπίτι. Στην Πιλαλίστρα, εκεί ακριβώς όπου ήταν το καμίνι για τα κεραμίδια, εκεί όπου ανδρώθηκε ο πατέρας και μεγάλωσαν η αδελφή και τα αδέλφια του. Εκεί κατευθυνόμαστε το βράδυ της Παρασκευής κουβαλώντας ξενόγλωσσα βιβλία, φορητούς υπολογιστές, δίπλες της μαμάς και δεντράκια για φύτεμα.
Εκεί ο χρόνος διαστέλλεται και η σιωπή μάς κατακλύζει όταν κατάκοποι από μία αναρρίχηση προς τη Μαδάρα ετοιμαζόμαστε να υποδεχθούμε τα Χριστούγεννα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *