Ετσι διδαχτηκα

Το φως που πρωτοείδα, κρισαρισμένο από τα έλατα των βουνών, που περικλείουν σαν φράχτες τον ορίζοντα από όλα τα σημεία, είχε μια κρυστάλλινη διαύγεια. Σε ένα τέτοιο τοπίο ήταν φυσικό να μάθει κανείς να βλέπει καθαρά, όχι όμως και μακριά, μόνο όσο του χρειάζεται για να μην σκοντάφτει.
Αυτό με ενοχλούσε κατά την διάρκεια την εφηβικής μου ηλικίας γιατί τότε δεν μπορούσα να υποψιαστώ αυτό που ανακάλυψα αργότερα, πώς δηλαδή οι φράχτες
είναι η τελευταία λέξη για την πνευματική ηρεμία μια και σε βοηθάνε να αρνηθείς τη απεραντοσύνη. Ο τόπος αυτός ήταν άγονος και την εποχή που οργώνανε τα πετροχώραφα μπορούσε κανείς να δει τα βράχια καθώς τα ξέθαβε το αλέτρι, που πάει να πει πώς μπορούσε να δει από πιο κοντά την γυμνή αλήθεια της φτώχειας και της επιβίωσης. Την εποχή της συγκομιδής, η γη ήταν φειδωλή και σφιχτοχέρα για να αναγκάζει τους κατοίκους της να βελτιώσουν συνεχώς την τέχνη της επιβίωσης. Ηταν η πρώτη μου εισαγωγή στην σοφία της στέρησης. Η σκληρότητα του τόπου, η απουσία των συγχρόνων μέσων επικοινωνίας και η περιορισμένη επαφή με τον έξω κόσμο, συνέβαλλαν στο να συνεχίζεται σχεδόν
αμετάβλητος ο ίδιος τρόπος ζωής και σκέψεως απλώς και μόνον επειδή έτσι είχε κάποτε αρχίσει. Ετσι ρίζωσε μέσα μου η πίστη στην παράδοση και ο φόβος για την δύναμή της. Πολύ αργότερα, όταν έμαθα να αμφισβητώ το φαινομενικά αδιαμφισβήτητο, άρχισα να υποφέρω από διαφόρων ειδών αμφιβολίες και να αναπολώ τον ευχάριστο ύπνο της αποδοχής.
Μια και στο χωριό δεν συνέβαινε τίποτα το κοσμοϊστορικό, μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει ήρεμα το πέρασμα του χρόνου και να αφιερώσει ένα
ολόκληρο δειλινό στο μπαλκόνι για να χαζέψει το φως και τις χειρονομίες του ακούγοντας τις οδυνηρές αναμνήσεις του παππούλη του από την εκστρατεία στην Μικρά Ασία και στο Εσκί-Σεχίρ να στάζουν σιγά-σιγά μέσα από τις χαραματιές της λήθης. Ετσι μάθαινα, χωρίς να το καταλαβαίνω, την απόλαυση του να κάθεσαι άπραγος, πώς οι βαθύτερες στιγμές ευτυχίας είναι όταν δεν σκέφτεσαι τίποτα και πώς καλό είναι να μην προχωράς πολύ στο παρελθόν γιατί μπορεί να σου γίνει φυλακή -μαθήματα που αργότερα μου αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμα.
Τα παιδικά μας παιχνίδια ήταν αυτοσχέδια και μας πρόσφεραν αχόρταγη χαρά παρά την απλότητά τους. Αργότερα, έχοντας αυτήν την εμπειρία πάντα μαζί μουκαι παρατηρώντας πόσο εφήμερη είναι η σημερινή χαρά των παιδιών -και των μεγάλων- από τα άφθονα και πολύπλοκα παιχνίδια τους, μπόρεσα να κατανοήσω τό, κατά Ελύτη «πλουσιώτατον του ελαχίστου» και να πειστώ πώς από το ελάχιστο φθάνει κανείς πιο σύντομα στην χαρά αρκεί να μην ξεχάσει πώς να του βγάζει τις αγκίδες.
Οσο για τους ενήλικους, η έλλειψη οικονομικής ευχέρειας τους είχε διδάξει πώς να φτιάχνουμε μεγάλες χαρές και λύπες από πολύ απλά συστατικά όπως το ψωμί και το κρασί ανάλογα αν υπήρχαν ή έλειπαν. Ετσι διδάχθηκα με ποιόν τρόπο η ανάγκη γίνεται αρετή και πώς στον κόσμο που ζούμε δεν ξέρουμε ποτέ αν η χαρά κρύβεται μες την λύπη.
Βασικό στοιχείο της οικογενειακής δομής όπως και της κοινωνίας ήταν η συνύπαρξη και όχι ο σύγχρονος διαχωρισμός των ηλικιών. Μικρά τρέκλιζαν εδώ και εκεί μαθαίνοντας να περπατούν ανάμεσα σε γέρους που με τον χρόνο έχαναν τα βήματά τους. Ηταν μια πιο φυσιολογική γνωριμία και ασυνείδητος συμβιβασμός με τον Αέναο Κύκλο και την ακατάλυτη παντοδυναμία του πριν τον απομακρύνει επιπόλαια από την καθημερινή μας σκέψη η αλαζονεία της εξέλιξης.
Οι σχέσεις των κατοίκων ήταν ευμετάβλητες, ίσως γιατί η φτώχεια κάνει το ασήμαντο σημαντικό ή ίσως γιατί η ανέχεια ενθαρρύνει την κριτική πιο πολύ από την αυτοκριτική ή ίσως γιατί το αντίτιμο της κοινωνικής αποδοχής είναι η θυσία όχι μόνο του ατομισμού αλλά και της ατομικότητας. Το μόνο που ένιωθα, χωρίς φυσικά να μπορώ να το εκλογικεύσω, από αυτήν την λεπτή ισορροπία των σχέσεων ήταν πώς είναι πολλά αυτά που πρέπει να ξέρει κανείς πριν μπορέσει να δει καθαρά κάποιον άλλον και πώς ο άνθρωπος ωριμάζει μόνο όταν είναι έτοιμος να δει τον εαυτό του, κάτι που αργότερα βρήκα μπροστά μου μέσα στους στοχασμούς του Μάρκου Αυρήλιου.
Η απουσία συχνής επαφής με τον έξω κόσμο έκανε την κοινωνία σταθερή και τις αξίες της αμετάβλητες. Το άσπρο ήταν άσπρο, το μαύρο ήταν μαύρο και θέση για γκρίζο δεν έμενε καθόλου. Ετσι εφοδιάστηκα με την αυτοπεποίθηση του απόλυτου και την βεβαιότητα της άγνοιας τουλάχιστον ώσπου να μπορέσω να αντιμετωπίσω την αβεβαιότητα και την αμφιβολία του σχετικού καθώς και τον φόβο του διαφορετικού.
Σιγά-σιγά η τσιγκουνιά της γης έστρεψε τους κατοίκους της στην αναζήτηση άλλων τόπων και τρόπων επιβίωσης. Ετσι άρχισε η μαζική αποδήμηση. Τότε κατάλαβα ότι είναι πολύ σημαντικό για τον άνθρωπο να ξέρει να αποχωρίζεται μερικά πράγματα και πιο πολύ την έμφυτη απαισιοδοξία της φτώχειας. Οι αποδημόντες πήραν μαζί τους τις αναμνήσεις από εμπειρίες και περιστατικά που η εξωτερική τους περιγραφή είναι εύκολη αλλά είναι αδύνατο να συνοψίσει κανείς τις ευρύτερες συνέπειές τους διότι ενώ μπρορούμε να θυμηθούμε τα γεγονότα δεν μπορούσε να αναπλάσουμε τα συναισθήματα.
Ακολουθώντας το ρεύμα της αποδήμησης ξεκίνησα και εγώ το ταξίδι μου, μέσω Αθήνας, προς αναζήτηση της Ιθάκης μου κατά τις νουθεσίες του Καβάφη. Μαζί μου πήρα και τις εμπειρίες που μου χάρισε το χωριό μου και αργά-αργά τις μετέτρεψα άλλες σε προτερήματα και άλλες σε ελαττώματα, που σε τελευταία ανάλυση είναι το ίδιο πράγμα αφού κάθε προτέρημα σε υπερβολή γίνεται ελάττωμα.

Υ.Γ.
Τα συμβάντα μετά την αναχώρησή μου από το χωριό δεν παρουσιάζουν τίποτε το αξιομνημόνευτο. Είναι απλά γεγονότα και όπως όλα τα γεγονότα δεν μπορούν να χρησιμεύσουν παρά μόνο σαν αφετηρία συλλογισμών… κάτω από τον πλάτανο όταν ξαναϊδωθούμε και θυμηθούμε, όπως και ο Γιάννης Ρίτσος, «τα παιδικά, λησμονημένα χρόνια, τις εποχές εκείνες όπου τα όμορφα πράγματα περίσσευαν κι’ ήταν και πιστευτά -όπως ένα λουλούδι στο ποτήρι».

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *