Ημουν ο πιο τρανος τσοπανης

Από τη δεκαετία του ’40 στο χωριό

Γιαννάκος Γόντικας

Γιαννάκος Γόντικας

Είχε απλώσει η μητέρα τ’ αραποσίτι μας για να λιαστεί και μας είχε αφήσει μένα και τον αδελφό μου το Τηλέμαχο να το φυλάμε. Το’ χε απλωμένο σπυρί, σπυρί, σε στρωμένες απλάδες και κουρελούδες, στο κομμάτι της πλατείας που’ ναι πάνω απ’ τη βρύση και στη μικρή αυλίτσα του φούρνου του μπάρμπα Φώτη του Φούκα. Το’ χε κουβαλημένο ίσαμε κεί, στον ώμο, με σακιά.

Τ’ αραποσίτι, ήτανε η σοδειά μας κείνης της χρονιάς, απ’ το χωράφι μας της Ζερβούς και θα μας χρησίμευε για τα σπιτικά παρασκευάσματα -το χυλό και τη μπομπότα-, για τις μπαμπακούλες μας και για να ταϊζουμε καμμιά φορά τις κότες, το γουρούνι και το μουλάρι μας, όταν θα’ χε κάνει σκληρή δουλειά την άλλη μέρα. Να κουβαλήσει μισάδια απ’ το λόγγο, να φορτωθεί σανίδια για τη Στρέζοβα και τα Μαζέϊκα, να πάει το πατέρα μέσα από διάσελα και από χάνια στο Πύργο και στη Μεσηνία, για να δουλέψει στο σκάψιμο της σταφίδας και στο μάζωμα της ελιάς ή για να τραβήξει τ’ αλέτρι στ’ όργωμα, μαζί με τ’ άλλο, του σέμπρου μας, του μπάρμπα Γιώργη του Καρρά.

Θα’ τανε η ώρα γύρω στις οκτώ με εννιά το πρωί κείνης της μέρας του Οκτώβρη μήνα, κι όλο το χωριό ήτανε ορθό. Κει κάτω στης Βομπογιαννούς και στης Τζαφαρούς, το μεγάλο κοπάδι του Πάϊκου, με τα κυπροκούδουνά του που γλυκοχτυπάγανε και με τα σκυλιά του, τράβαγε κατά το Καμάρι και τη Δέση και στα έβγα του χωριού, οι χωριανοί με τ’ άλογά τους, τα μουλάρια τους και τις φοράδες τους, με τα πουλαρόπουλα συνταιριασμένα και τα μαρτίνια ξωπίσω τους, τραβάγανε για τα χωράφια τους. Τα σκυλιά γαυγίζανε, οι γίδες βελάζανε, η καμπάνα του Αγιο Δημήτρη χτύπησε για το σχολείο, τα γαϊδούρια ξεφωνούσαν, τα κοκόρια λαλάγανε, οι κόπανοι των γυναικών πέφτανε με δύναμη πάνω σ’ απλάδες, σε σαίσματα και σε μπαντανίες. Όλα κείνο το φθινοπωριάτικο πρωί άνθρωποι, ζωντανά και φτερωτά, λες κι’ χανε βαλθεί να φανερώσουνε πόσο γιομάτο ήτανε το χωριό
μας και το διαλαλάγανε για ν’ ακουστεί ίσαμε τις Παρπανίτσες και τα παν’ αλώνια. Κει που χανόσαντε οι δρόμοι, κατά τη Βυτίνα και το Βαλτεσινίκο. Ο ουρανός ήτανε ξάστερος και η μικρή πλατεία με την αγορά, λουσεμένη στον ήλιο και στο φώς, είχε μπεί στο ρυθμό της.

Ο Θανάσης ο Γόντικας είχε ανοίξει το χασάπικό του, ο Ρήγας ο Κόλλιας το κουρείο του κι ο μπάρμπα Γιώργης ο Μπρούκλης, το καφενείο του. Ανοιχτά ήσαντε και τα παντοπωλεία “Η Ειλικρίνια” του Γιώργη του Κόλλιας και “Ο Πάν” του μπάρμπα Βασίλη του Κουμπούρη. Το ίδιο και του Πάνου του Κόλλια, και του Αποστόλη του Μπράμη, και τα καφενεία του Πλάτανου, και του Μιμίκου του Γόντικα.

Ανοιχτό και το μικρό Καπνοπωλείο του Γιώργη του Φούκα. Στην ώρα του κι ο μπάρμπα Μήτσος ο Στρατηγός, με τα τσαρούχια του και με τη σκούφια του κατεβασμένη ίσμαμε τα φρύδια του, τράβαγε το γέρικο μουλάρι του κατά τη βρύση για να ποτίσει. Στην ώρα της και η κουφ’ Αγγέλω, ζαλωμένη το βαρέλι της και η μητέρα, που’ χε μπαμπακιάσει η γλώσσα της, για να μας λέει, όλο τις ίδιες και τις ίδιες ορμήνειες.

– Να’ χουτε τα μάτια σας τέσσερα γιατί περνάνε οι γύφτισσες. Ο νούς σας να’ ναι δω και όχι στο παιχνίδι, να μη σας το τρώνε τα πουλιά, να μη μας το σηκώσουνε τα μυρμήγγια, για φαί να πηγαίνετε ένα σας – ένα σας, ο ίδιο και πρός νερού σας…

– Ρε, παίζουμε τους τσοπάνηδες, μου λέει ο αδελφός μου, που στεκότανε στη σκάλα. Απ’ τη πλατεία και τη μεριά του καμπαναριού, ξεκίναγε μια φαρδειά πέτρινη σκάλα, με κάμποσα πελεκητά σκαλοπάτια που κατέβαζε στη βρύση κι απ’ τα ριζά της σκάλας, και δεξιά όπως τη κατεβαίναμε, ορθονώτανε μια μεγάλη μπουρνελιά.

– Τι λες ρε, αφού μείς δεν έχουμε πρόβατα.

– Στα ψέμματα ρε χαζέ σου λέω· έλα να δείς.

Στις δύο άκρες κάποιου σκαλοπατιού, ήσαντε αντικρυνές, δυό μεγάλες μερμηγγοφωλιές και τα μερμήγια, είχανε βγεί κι’ χανε πλημμυρίσει το σκαλοπάτι.

– Να ρε, θα’ χουμε για πρόβατα τα μυρμήγγια. Τούτη η φωλιά, θα’ ναι η στρούγκα η δική μου, και κείνη η φωλιά, θα’ ναι η στρούγγα η δική σου. Γώ θα’ μαι ο Μπουρνά, και συ θα’ σαι ο Καραβίδας.

– Τι λες ρε, ο Καραβίδας έχει μονάχα γίδια, και γώ θέλω μα’ χω μονάχα πρόβατα.

– Καλά ρε, τότενες, θα’ μαι ο Μπουρνάς και συ ο Καραφουστάνας

***

Το παράπονο της μεγάλης μπουρνελιάς, φαντάζομαι πώς θα’ τανε, που δεν μπόρεσε ποτέ της, απ’ τη νοιότη της και σ’ όλο το καιρό της, να μεγαλώσει και να γλυκάνει τους καρπούς της. Τι κι αν το’ λεγε στο πλάτανο και στις γειτονιές της ακακίες. Όλα μεις τα παιδιά της γειτονιάς, της τα τρώγαμε άγουρα.

– Αφήστε τα παιδιά να γίνουνε πρώτα, να τα φάτε γλυκά, μας έλεγε ο Παπαγιάννης, που’ πινε το καφέ του στο καφενείο. Το ίδιο και της ψηλής κορομηλιάς, που’ τανε στη πίσω αυλή της γιαγιάς μου της Νικόλαινας. Τη πετροβολάγαμε όλη μέρα.

– Αφήτε τα παιζιάκια μου να γεννούνε πρώτα, μας έλεγε η γιαγιά.

Δεν προλαβαίνανε να σχηματιστούνε τα μύγδαλα, ίσα που ξεχωρίζανε πάνω στη μυγδαλιά. Μια πράσινη κοκιδίτσα μεσ’ τα φύλλα. Είχαμε βρεί μια μυγδαλιά, που αν θυμάμαι καλά, θα πρέπει να’ τανε κοντά στο λεύκο του Μάλιαρη ή σ’ ένα χωράφι, στο δρόμο προς το Κάστρο.

– Ρε, πάμε για τσίγδαλα;

Και πηγαίναμε, και, γράτς, γράτς, τρώγαμε τα ξυνόγευστα μυγδαλάκια.

– Ρε, πάμε και στη μυγδαλιά, που’ ναι μεσ’ το χωράφι σας στις Κορφές;

– Τι λες ρε, αυτή’ ναι πικρομυγδαλιά σου λέω…

Εκεί, κάτω απ’ το δικό μας ήλιο και το δικό μας σύννεφο, κάτω απ’ τη δική μας βροχή και το δικό μας αγιάζι και το χιόνι και στη δική μας γη, ένα ένα μας, πίσω απ’ το πατέρα και τη μητέρα, που μας πέρνανε κοντά τους στο χωράφι μας και στ’ αμπέλι ή με τη παρέα μας, τρώγαμε τα βατόμουρα και τα μαμούκαλα τα πλυμένα με τις δροσοσταλιές, τα τρυφερά βλαστάρια που τα μαζεύαμε μεσ’ τη χλόη, στα χαμομήλια και στ’ αγριολούλουδα, τ’ αγριασέλινα που φυτρώνανε μεσ’ τους διαγούς, τ΄ άγουρα φιρίκια και τα πετροκέρασα της Κουτσοπανούλας στη Κορφοξυλιά, τα γλυκά χλωρά μπιζέλια και ρεβύθια, τα ψημένα αραποσίτια, τα γουλιά.

Τρώγαμε όμως, κι έτσι όπως τις βρίσκαμε, μεσ’ τα χώματα και δίπλα στις κουτσουλιές, τις μούρες της μουριάς του μπάρμπ’ Ανδρέα του Φυσούνη, και τα κιτρινισμένα αγριοκορόμηλα και τα λυωμένα γκόρτσα, τα πεσμένα πλάι στις κοπριές και στις καρβαλίνες, στους παπουτζήδες που σπρώχναμε το σβώλο, και στους αβαδέλους και στα τσιμπούρια, που ψάχνανε για να βρούνε και να κολλήσουνε, στα μαλακά και στα κορμιά και στα ρουθούνια των ζωντανών.

– Μη τα τρως παιδάκι μου γιατί θα σε πονέσει η κοιλίτσα σου, θα πάθεις ταινία και θα πεθάνεις, μου’ λεγε η μητέρα.

Η κοιλίτσα μας πόναγε και ταινία πάθαμε, αλλά κανένα μας δε πέθανε από μόλυνση, από τέτανο ή ασητεία, γιατί το καθένα μας είχε και το φύλακα άγγελό του. Ναί! το κάθε παιδάκι, όπου στη γη, της κάθε φυλής και της όποιας πίστης, έχει και από ένα δικό του άγγελο φύλακα προστάτη.

Είχαμε πάει κάμποσα παιδιά παρέα στο Σανατόριο, κι αναβαίναμε για παιχνίδι στη ψηλή του μάντρα. Γώ που’ μουνα το πιό μικρό και δειλό, όταν έφτασα στη μέση της και κοίταξα κάτω, φοβήθηκα κι αρχίνησα να τρέμω, και να κλαίω. Δεν θυμάμαι, ο άγγελος φύλακάς μου, μ’ ανέβασε πάνω ή με κατέβαση κάτω;

Αγγελε φύλακα προστάτη

με τα πλατιά σου τα φτερά

έλα στον ύπνο μου και στάσου

στο κρεβατάκι μου μπροστά

λέγαμε στη προσευχούλα μας και πηγαίναμε να κοιμηθούμε. Και με ρωτάς. Γιατί τα τρώγαμε ολ’ αυτά; Από παιδιάστικη ζαβολιά, από λαιμαργία, από περιέργεια, από άγνοια των κινδύνων υγείας, από έλλειψη και στέρηση, από πείνα και λίμα; Για ολ’ αυτά, αλλά και από πείνα και λίμα, άλλα μας λιγώτερο και άλλα μας περισσότερο.

Και σε ρωτάω και γώ. Θα’ δινες, αν είχες, όλους τους καρπούς και τους χυμούς του Κήπου της Εδέμ, για να ζήσεις και πάλι κεί και όπως τότε, τ’ άγουρά σου χρόνια; Θα’ θελες να ξαναζήσεις το τότε, για λίγες στιγμούλες μοναχά; Στ’ αλήθεια, σκέπτομαι, πόσο τυχεροί πρέπει να’ σαντε οι αρχαίοι μας θεοί, που’ χανε το δικό τους νέκταρ και τη δύναμη, να πισωγυρίζουνε στο χρόνο!

***

Όχι όμως πώς δεν είχαμε πια και τίποτα.

– Απίδια και κοντούλες, διαλαλούσε ένας Παλιοχωρίτης κάτω απ΄ το σπίτι μας.

– Φέγα πηλάλα να τονε προκάνεις πρωτού μάς φύγει και να του πείς, να περάσει κι από μας, μου’ πε η μητέρα. Τρέχω και γω ένα φουσέκι και τονε προλαβαίνω μπροστά στη σκάλα της Ντεμερούκαινας. Ήτανε ένας ψηλός, σκιαδερός άντρας, που’ χε δύο μεγάλες κοφίνες γεμάτες μ’ αχλάδια φορτωμένες στο μουλάρι του, και μία παλάτζα.

– Μπάρμα μου’ πε η μητέρα μου να περάσεις κι απο μας.

– Ποιανής είσαι παιδάκι μου;

– Της θειά Μουτζούραινας.

– Α..

– Καλημέρα κυρά Μαρία.

– Καλώς τονε· σήμερα δεν έχω λεφτά, θα σε πλερώσω μ’ αραποσίτι.

– Δε μου δίνεις κυρα Μαρία καλύτερα σιτάρι;

Το σιτάρι μας τελείωσε, προχθές και ο Κωστής σμιγάδι πήγε κι άλεσε.

– Καλά, δώσε μου και μένα σμιγάδι.

Και του’ δωσε η μητέρα ένα τσουκάλι σιτάρι κι ένα αραποσίτι, και κείνος έδωσε κάμποσα αχλάδια.

Όποτε οι μηλιές μας που’ χαμε στ’ αμπέλι μας στα Βουναρέϊκα και κάναμε μήλα, η μητέρα τα’ φτιαχνε πλεξίδες και τις κρέμαγε κοντά κοντά, στο ταβάνι της σάλας μας. Ήσαντε κάτι μικρά, κοκκινωπά,νόστιμα μήλα. Το ταβάνι έμοιαζε με κληματαριά και μείς από κάτω, κοιτάζαμε τα μήλα, σαν αλεπουδάκια. Τα μεγαλύτερα αδέλφια μου, άμα αναβαίνανε στο τραπέζι, τα φτάνανε, εγω οχι και γι’ αυτό τους πέταγα το παπούτσι. Χρου… σκορπάγανε τα μήλα και κυλάγανε στο πάτωμα και κατ’ απ΄ τα κρεβάτια.

– Αφήστε και κανένα ρε λιμαριασμένα, για να το βρει ο χειμώνας, μας έλεγε η μητέρα και μας γέμιζε με κείνες τις στριφτές της τσιμπιές.

Το πορτοκάλι, ήτανε ένα σπάνιο είδος, κι αν κάποιοι το βρίσκανε, το φυλάγανε καλά στο ντουλάπι σα φάρμακο, για τον άρρωστο ή το γέρο παππούλη και τη γιαγιά. Κάποιες θύμησές μου ξεχωρίζουνε. Είχα πάει στη γιαγιά μου τη Νικόλαινα, κει κάτω στου Κολόκα. Η γιαγιά ήτανε άρρωστη και στο κρεβάτι.

– Έλα ζιώ παιζιάκι μου, μου’ πε, και μου’ δωσε το πορτοκάλι της, μέσ’ απ’ το ντουλάπι. Μικρή, αλλά και μεγάλη ανθρώπινη ιστορία, που με συγκινεί βαθιά μέχρι σήμερα.

Καμμιά φορά ο πατέρας μας έπερνε καρπούζι, αν τύχαινε και το’ βρισκε στην αγορά. Το βάναμε το πρωί μέσ’ το σωληνάρι της βρύσης και το πέρναμε το μεσημέρι μπούζι. Δεν μας το’ κλεφτε κανένας. Τότε τη πόρτα του σπιτιού τη κλείναμε μονάχα για να μη μπαίνουνε μέσα τα μαρτίνια, οι κότες και το γουρούνι.

– Ρε, γιατί δε το τρως σα κύριος;

– Έχω γω ρε σουγιά;

– Και γιατί ρε δε παίρνεις ένα μαχαίρι;

– Έχουμε ρε μείς τόσα μαχαίρια;

Το μεγάλο μας γιορτάσι όμως, ήτανε με τα σταφύλια, που αρχινάγανε να κοκκινίζουνε, απ’ το πανηγύρι μας στο Πετροβούνι και μετά, στο γεννέσιο της Παναγίας, στις οκτώ τπυ Σεπτέμβρη μήνα.

Κρυφά κρυφά και πονηρά, δυό δυό ή τρία μαζί, πέφταμε στ’ αμπέλια, σα τα σπουργίτια στη ρόγα. Πέρναμε τους μακρυνούς δρόμους, άλλα ξυπόλητα κι άλλα μισοποδεμένα, και φτάνε ίσαμε τα Βουναρέϊκα και τις Φτέρες και τις Κηφωτίας, για να γεμίσουμε τη κοιλίτσα μας μ’ άσπρα και κόκκινα σταφύλια.

Τι κι αν μας σφυράγανε με τις χοντρές σφυρίχτρες τους, απ’ το υψωματάκι του Αγιο Νικόλα οπου’ χανε στημένη τη βεργασούρα τους, οι αγροφύλακες, ο μπάρμπα Θοδωρής ο Κολοκοτρώνης και ο μπάρμπα Κώστας ο Μουτζούρης. Μεις κρυβόμαστε μεσ’ τα βάτα και στα κλαριά.

Του Αγιο Νικόλα! Αλήθεια, γιατί αυτό το μικρό ξωκκλησάκι, μου μιλάει λίγο περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα μας; Λαχτάρα μου είναι να βρεθώ μια μέρα μεσ’ την Αγια Σοφιά της Πόλης μας, κι όταν είμαι στο χωριό μας μεσ’ στα σκόρπια ξωκκλήσια του. Από κει θαρρείς πώς φθάνει γρηγορώτερα η προσευχή σου στο Θεό.

Και το γιορτάσι μας καλά κρατεί. Βαστάει ίσαμε που τα σταφύλια θα γίνουνε μούστες και τσαμπίδες, ίσαμε που ο λίγος μούστος θα γίνει μουσταλευριά, πετιμέζι και τζουτζούκι, και ίσαμε που ο πολύς ο μούστος θα γίνει κρασί. Και το κρασί, πόσο μάς άρεσε!

– Παιδιά σύρτε να πιάσετε κρασί, και μη πιείτε στο βαγένι γιατί θα σας μυρίσω όταν ανεβείτε, μας έλεγε ο πατέρας.

Παίρναμε ο αδελφός μου ο Τάσης και γώ το φανάρι και τη μποτίλια και κατεβαίναμε στο κατώι. Κεί, είχαμε κρυμμένο ένα ποτήρι και πίναμε κρασί, όλο αφρό, ίσα απ’ τη κάνουλα.

– Ρε… να μη μαρτυρήσεις ότι έχουμε ποτήρι, ούτε ότι είπιαμε κρασί, τ’ ακούς;

– Κι άμα ρε μάς μυρίσει ο πατέρας;

– Δε θα μας μυρίσει, άκου που σου λέω γώ, αλλά άμα μας μυρίσει, θα πούμε ότι μάς
ξεχείλισε η μποτίλια, κι’ πιαμε λιγουλάκι, για να μπεί το βούλωμα.

Και δε μας μύριζε ποτέ ο πατέρας, παρά καμμιά φορά μονάχα γι’ αστεία. Γιατί τάχα;
Ποιές σκέψεις έκανε, και πια λύπη έκρυβε μέσα του για μας, τα παιδιά του;

Παρασύρθηκα και ξεμάκρυνα απ’ αυτό που ξεκίνησα να γράψω, αλλά δε με νοιάζει πιά. Μου φτάνει που πέρασα μέσα σ’ αυτό το κείμενο, κι όπως το μπόρεσα, βιώματα και εικόνες της ζωής μας, των δέκα πρώτων χρόνων μας στο χωριό μας. Της ζωής των δέκα πρώτων χρόνων μας, που με τη λογική μας ήσαντε πέτρινα, αλλα που με το συναίσθημά μας, ήσαντε μαλαματένια κι ελαφριά σαν το πούπουλου του περιστεριού.

***

Θα κόντευε μεσημέρι πια και μείς, ο αδελφός μου κι γώ, με τα κοντά ντρίλινα παντελονάκια μας και με τις τιραντίτσες μας πεσμένες ίσαμε τους αγκώνες μας, με τις μπλουζίτσες μας και με τις αρβυλίτσες μας, μέναμε κει γονατιστά μπροστά στο σκαλοπάτι και παίζαμε ακόμα τους τσοπάνηδες. Τα μερμήγγια, πολλά μερμήγγια, άλλα πηγαίνανε φορτωμένα κατά τη φωλιά τους κι άλλα γυρίζανε και ψάχναμε για εν’ αχυράκι ή για ένα σπόρο, διπλό και τριπλό της δύναμής τους.

Γρήγορα, σταμάτητα, εργατικά, δουλευτιάρικα. Είχε ήλιο πολύ και ησυχία πολλή και γαλήνη και ηρεμία. Τα μερμήγγια δε κινδυνεύανε από καμμιά ανθρώπινη μπότα!! Κινδύνεψε όμως τ’ αυτί το δικό μας, και να γιατί.

– Ρε, αυτό το πρόβατο είναι δικό μου.

– Τι λες ρε…

– Ναι ρε σου λέω, δε βλέπεις; αφού’ ναι φορτωμένο και πήγαινε κατά μένα νε.

Ναι ρε, πήγαινε κατά σένα νε, αλλά τώρα πάει κατά μένα νε. Κατά σένα νε πήγαινε μοναχά για να γυρίσει. Αφού γω ρε, είμαι πιό τρανός τσοπάνης από σένα νε.

– Πρίτς… γω’ μαι ο τρανότερος.

Και κει στις διαφορές μας, με βάνει κάτω ο αδελφός μου και μου δαγκώνει με δύναμη τ’ αυτί. Απ’ τα κλάματά μου, έβγαλε μια φωνή μεγάλη η θειά Κατερίνα η Αλεξοπουλίνα, που κατηφόριζε απ’ το σοκκάκι μας και ξεπρόβαινε από τ’ αγκωνάρι της εκκλησίας, στη πλατεία.

– Παιδιά, τι πάθατε χάδια μου;

Βγήκε κι ο μπάρμπα Γιώργης απ’ το καφενεί, κι έφθασε και μας χώρησε. Ο αδελφός μου ξέφυγε τρεχάτος κατά τη βρύση για να κρυφτεί. Μένα μ’ έπιασε και με σήκωσε πάνω.

– Τι πάθανε Γιώργη τα παιδιά; Γιατί τσακωθήκατε χάδι μου;

– Δε στακωθήκανε Κατερίνα τα παιδιά, μοναχά παίζανε…

Έλα παιδάκο μου, μου’ λεγε, σώνει πιά, μη κλαίς άλλο, και με πήγαινε πιασμένο απ’ το χέρι, κατά το καφενείο.

– Μένα νε μ’ έβαλε χάμου και μου’ φαγε τ’ αυτί μου και μου πονεί.

– Για να δώ, έχει αίματα. Δεν έχει…

– Όμως μένα νε μ’ έβαλε χάμου…

– Σένα νε σ’ έβαλε χάμου, όμως συ το νε νίκησες…

– Όχι, κείνος νίκησε μένα νε, γιατί’ ναι ο τρανότερος, όμως γω’ μαι ο πιό τρανός
τσοπάνης από κείνο νε.

– Καλά, συ’ σαι ο Καραφουστάνας. Τώρα θα σου δώκω κι ένα λουκούμι, για να μη το νε μαρτυρήσεις στο πατερα σου το βράδυ που θα ρθεί.

– Γω θα τονε μαρτυρήσω.

– Θα τονε βαρέσει το κακομοίρη.

– Ε, τότε νες και γώ, δε θα τόνε μαρτυρήσω.

Φαίνεται όμως, πώς ο μπάρμπα Γιώργης ο χωρατατζής, δε κράτησε το λόγο του, γιατί κατάλαβα το πατέρα, μια μέρα που μ’ είχε στα γόνατά του, να μου ψάχνει με προσοχή τ’ αυτί, που’ χει ακόμα τα σημάδια, απ’ τη δαγκωνιά, του μασκαρά τ’ αδελφού μου.

Στάθης Κόλλιας

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *